Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

...Κι εσύ τρως στη Δονούσα παγωτό




«Πάνω στα υγρά τσαλακωμένα σεντόνια μαραίνονταν τα γέλια των αγέννητων παιδιών.
Και πάντα ο χρόνος
από δυό ανθρώπους που αγαπιόντουσαν παράφορα
κάνοντας σε λίγο δυό αδιάφορους ξένους
που σ' άλλα τώρα βαθιά κρεβάτια πάνε να πλαγιάσουν
και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι
και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ' τον άλλον. Γιατί ο έρωτας
είναι ο πιο δύσκολος δρόμος να γνωριστούν»

«κι ανάμεσα στις λάμψεις των πυρκαγιών, τους πυροβολισμούς
και τον αέρα που έφερνε τα πρώτα φθινοπωρινά φύλλα- υπήρχαμε.
Γιατί οι άνθρωποι, σύντροφε, ζουν απ' τη στιγμή 
που βρίσκουν μία θέση
στη ζωή των άλλων»

«Να 'μαι  τώρα μπροστά σου γυμνός κι ανυπεράσπιστος και άτρωτος
σαν το νεκρό στις γκρίζες πλάκες του νεκροτομείου.
Αν όχι με τη στοργή σου, σκέπασε με τουλάχιστον με λίγη συγχώρεση.
Κρυώνω»

«Έβρεχε εκείνο το βράδυ. Εννιά η ώρα. Ανέβηκα τέσσερα-τέσσερα τα σκαλιά
-κανείς στην κάμαρα. Έτρεμε στ' ανοιχτό παράθυρο η κουρτίνα.
"Φεύγω, μη ζητήσεις να με βρεις. Αγαπώ άλλον", έγραφε»

«Που να πάω;
Πόρνη, βρώμα του δρόμου, κάθαρμα, πουτάνα!...
Συχώρα με, αγάπη μου, που ζούσα πριν να σε γνωρίσω»

«Τα χέρια μου είναι δυό βαριά άχρηστα ζώα αφού δε σ' αγκαλιάζουν
μισώ τα μάτια μου που πια δεν καθρεφτίζουν το χαμόγελο σου 
θα θελα να συντρίψω με τις γροθιές μου τους δρόμους, τα λεωφορεία ,τα τραμ
που κάποτε μας πήγαιναν στην ευτυχία
και να φτιάξω μια πόλη ερειπωμένη από την πελώρια απουσία σου...»

«Άσε με τώρα να κοιτάζω τα παράθυρα σου
ξέροντας πως μέσα ένας άλλος σε παίρνει, ένας άλλος βυθίζεται 
μες στη μεγάλη σου άνοιξη- εγώ και ποδοπατημένη από χιλιάδες άντρες
σ' αγαπώ.
Άσε με εδώ στη γωνιά, δεν πειράζει, ας χιονίζει
αυτό το μικρό τετράγωνο, φως που ρίχνει το παράθυρό σου πάνω στο χιόνι
εμένα είναι ο κόσμος μου.
Δε θα σου πω τίποτα μόλις βγεις. Θα περπατάω δίπλα σου αμίλητος. 
Κι αν αυτό σε πειράζει, μπορώ να έρχομαι πίσω σου σα σκυλί.
Αν σ' αρέσει, μπορείς να μου μιλάς και για τα χάδια των άλλων
θα σ ακούω
σαν τον τυφλό που κλαίει, ακούγοντας μακριά τη βουή μιας μεγάλης γιορτής»

«Ο δρόμος που ονειρευόμαστε γίνεται θηλιά.
Ο δρόμος που παίρνουμε είναι το πρόσωπό μας»

«Η πόλη στο μεταξύ ξαναχτιζόταν και μεγάλωνε διαρκώς 
καταβροχθίζοντας ήρεμα ειδυλλιακά τοπία
...
Η ζωή ξανάβρισκε σιγά-σιγά την πρωτινή ανελέητη ηρεμία της.

Α, ζωή
...
χωρίζοντας τα στόματα των ερωτευμένων και των παιδιών από το μητρικό βυζί
...
κυλάει, κυλάει...»

«Και πηγαίντε να ξεχαστείτε, εσείς που πρέπει να ξεχαστείτε»



Λειβαδίτης Τάσος (ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΑΡ. Ι)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου